επίπωμα

επίπωμα
τό
1) крышка; 2) затычка, пробка, втулка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "επίπωμα" в других словарях:

  • ἐπίπωμα — cover neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίπωμα — το (Α ἐπίπωμα) πώμα, σκέπασμα, καπάκι, βούλλωμα νεοελλ. ανατ. α) «επίπωμα αμαρικό» υμένας που παχύνθηκε και αποφράζει την αμάρα β) «επίπωμα λιπώδες» φράγμα από λιπώδη ιστό που σχηματίζεται στον βουβωνικό πόρο παχύσαρκων γυναικών. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • ἐπιπωμάσας — ἐπιπωμά̱σᾱς , ἐπιπωμάζω cover with fut part act fem acc pl (doric) ἐπιπωμά̱σᾱς , ἐπιπωμάζω cover with fut part act fem gen sg (doric) ἐπιπωμάσᾱς , ἐπιπωμάζω cover with aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπωμάσαι — ἐπιπωμά̱σᾱͅ , ἐπιπωμάζω cover with fut part act fem dat sg (doric) ἐπιπωμάζω cover with aor inf act ἐπιπωμάσαῑ , ἐπιπωμάζω cover with aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπώμασιν — ἐπίπωμα cover neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπώματι — ἐπίπωμα cover neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αμπουλλάρια — η Ζωολ. γένος και ομώνυμη οικογένεια (Ampullariidae) Προσωβράγχιων Γαστερόποδων Μαλακίων, με θολωτό όστρακο, κεράτινο επίπωμα, μακρύ σίφωνα και μεγάλες κεραίες. Το όστρακο στα είδη τού γένους Αμπουλλάρια έχει διάμετρο μέχρι 10 εκατοστά. Ζεί στις… …   Dictionary of Greek

  • ατλαντίδες — (αtlantidae). Οικογένεια προσωβραγχίων γαστεροπόδων, που περιλαμβάνει πελάγια, νυχτόβια ή εσπερόβια ζώα, τα οποία δεν πλησιάζουν ποτέ τις ακτές. Το όστρακό τους είναι διαφανές, εύθραυστο και έχει σχήμα δίσκου. Το πόδι των μαλακίων αυτών είναι… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»